Η μέθοδος που προτιμούν οι διάσημοι!

Ο Ωτοβελονισμός και η Ωτοθεραπεία είναι η θεραπευτική εκείνη μέθοδος που χρησιμοποιεί το Πτερύγιο του Αυτιού για τη διάγνωση και την θεραπεία διαφόρων ασθενειών που αφορούν ολόκληρο τον οργανισμό.

Ο Ωτοβελονισμός στηρίζεται  στις σύγχρονες νευροφυσιολογικες αρχές.

Χρησιμοποιήθηκε μεθοδικά και συστηματικά στην Γαλλία από τον Dr. Paul Nogier (1908 – 1996) την δεκαετία του 1950 ο οποίος διεκδικεί και την πατρότητα του. .

Το Πτερύγιο του Αυτιού αποτελεί ένα όργανο με εξαιρετική σημασία αφού αυτό:

  • Αντιπροσωπεύει την σωματοτοπική απεικόνιση όλου του οργανισμού (εικόνα του ανεστραμμένου εμβρύου)
  • Διαθέτει μια πολύ πλούσια νεύρωση με πλήθος νευρικών απολήξεων και υποδοχέων.

Τρόποι εφαρμογής του Ωτοβελονισμού

Υπάρχουν διάφοροι τρόποι ερεθισμού των αντανακλαστικών αυτών σημείων του αυτιού όπως η μάλαξη, ο Ηλεκτροβελονισμός.

Ποιά είναι τα πλεονεκτήματα του Ωτοβελονισμού

  • Γρήγορη, εύκολη και άμεση τεχνική
  • Εξαιρετικά αποτελεσματικός στην προσπάθεια απεξάρτησης ουσιών (κάπνισμα, αλκοόλ, κ.α.) και έλεγχος της όρεξης (βουλιμία και παχυσαρκία)
  • Εξαιρετικά αποτελέσματα σε περιπτώσεις άγχους (stress) και αϋπνίας.

Οι ενδορφίνες είναι μία από τις 3 κύριες ομάδες ενδογενών οπιοειδών που παράγονται στον εγκέφαλο, με αντιπροσωπευτικότερη τη β-ενδορφίνη, που έχει την ισχυρότερη αναλγητική δράση. Χαρακτηρίζονται δε παγκοσμίως ως οι ορμόνες anti-stress και φυσικής αναλγησίας.Στη συνέχεια, ελαττώνεται σιγά-σιγά η υπερβολική όρεξη, μετριάζονται κατά πολύ οι βουλιμικές κρίσεις και μειώνεται ο χρόνος κορεσμού (πληρότητας).

Κατά τη διάρκεια ενός γεύματος, το στομάχι εκτείνεται και εσωτερικοί νευρικοί δέκτες «αντιλαμβάνονται» τον όγκο των τροφίμων και την πίεση στο τοίχωμα του στομαχιού. Αυτοί οι δέκτες στέλνουν σήματα στον εγκέφαλο μέσω του πνευμονογαστρικού νεύρου, προκαλώντας την αίσθηση της πληρότητας.

Η δράση της ωτικής νευροτροποποίησης  επεκτείνεται και στον μεταβολισμό.Βελτιώνεται σταδιακά η ήδη ασταθής μεταβολική λειτουργία του σώματος. Ετσι κινητοποιείται ο οργανισμός να αποκτήσει μεγαλύτερο μεταβολικό ρυθμό, να  κάνει δηλαδή περισσότερες καύσεις.

Πώς επηρεάζει και τι είδους σχέση μπορεί να έχει η τροφή που τρώμε με τη συναισθηματική μας διάθεση, άγχος, λύπη, χαρά;

Το πνευμονογαστρικό νεύρο είναι ένα από τα πιο περίπλοκα νεύρα των εγκεφαλικών συζυγιών και έχει ένα «δαίδαλο» από διάφορες λειτουργίες που διαπλέκονται και μεταξύ τους και με τις λειτουργίες άλλων νεύρων. Οι συνδέσεις του είναι περίπλοκες, κυρίως όμως με το γλωσσοφαρυγγικό νεύρο από όπου βγαίνουν από το ίδιο τρήμα του εγκεφάλου μαζί. Το πνευμονογαστρικό νεύρο έχει τόσο κινητικές ίνες όσο και διαφόρων άλλων ειδών αισθητικές ίνες για διάφορες λειτουργίες.

Οι κινητικές ίνες όμως είναι εκείνες που εκκινούν από το μικτό πυρήνα.

Ο άνθρωπος και διάφορα ζώα έχουν μια έμφυτη προτίμηση στις γλυκές γεύσεις, η γεύση και οι άλλες σωματικές αισθήσεις δεν επαρκούν από μόνες τους ως μόνη εξήγηση της ποσότητας τροφής που καταναλώνουμε σε διάφορες περιστάσεις.

Υπάρχει η κοινή αντίληψη ότι νιώθουμε το αίσθημα του κορεσμού στην πείνα, όταν ‘χορτάσει’ το στομάχι μας, πιο σωστά όμως θα ήταν το να πούμε, όταν ο εγκέφαλός μας ‘κρίνει’ ότι έχουμε χορτάσει.

Είναι πολύ σημαντικό να σταθούμε σε αυτή την πρόταση, καθώς θα αναφερθούμε στο πώς η συναισθηματική μας διάθεση μπορεί να ‘ξεγελάσει’ αυτό το αίσθημα κορεσμού, να φάμε δηλαδή κάτι ενώ ‘πραγματικά’, οργανικά δηλαδή, δεν πεινάμε.

Προχωρώντας όμως λίγο ακόμα στην οργανική εξήγηση του αισθήματος της πείνας και του κορεσμού της, βλέπουμε ότι μετά την πέψη της τροφής, το μεγαλύτερο μέρος της τροφής εισέρχεται στην κυκλοφορία του αίματος με τη μορφή γλυκόζης.

Η γλυκόζη είναι μία σημαντική πηγή ενέργειας για όλο τον οργανισμό και η πιο σημαντική οπωσδήποτε για τον εγκέφαλο, μια ‘χημική ευχαρίστηση και ανταμοιβή’ του, θα μπορούσαμε να πούμε. Το σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί διότι εξηγεί, ανεξαρτήτως του αν πεινάμε, γιατί ικανοποιεί τον εγκέφαλό μας η κατανάλωση π.χ ενός γλυκού.

Το συναίσθημα ευφορίας το οποίο νιώθει ο εγκέφαλος με την κατανάλωση του γλυκού, ‘αντισταθμίζει’, σε ένα μέτριο βαθμό όμως, το συναίσθημα λύπης ή στενοχώριας που μπορεί να νιώθει το άτομο.

Παράλληλα, οι κινήσεις του στόματος κατά τη μάσηση της τροφής, λειτουργούν θα μπορούσαμε να πούμε κατά κάποιο τρόπο αγχολυτικά, ‘εκτονώνοντας’ τη συναισθηματική ένταση του ατόμου. Για να γίνει κατανοητό αυτό, αρκεί να φέρουμε στο μυαλό μας την εικόνα ενός αγχώδους ανθρώπου που μασάει με ένταση μια τσίχλα.

Μπορούμε να βρούμε πολλές ομοιότητες στο πώς λειτουργούν ως ‘αγχολυτικά’ το κάπνισμα και το φαγητό στον καθημερινό άνθρωπο και κατ’αυτόν τον τρόπο την εξήγηση γιατί το άτομο δυσκολεύεται να τα περιορίσει. Το κάπνισμα, παρ’ ότι έχει βεβαίως μεγαλύτερη πολυπλοκότητα ως εθισμός, προσφέρει καταρχήν και αυτό μία ‘χημική ανταμοιβή’ στον εγκέφαλό μας.

Scroll to Top